Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Διαγωνισμός ζωγραφικής και λογοτεχνικού κειμένου για παιδιά με θέμα το σκάκι


****Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα http://www.skakistiko.com

«Το σκάκι μέσα από τα μάτια των παιδιών»

“Από την επαφή μου με καλλιτέχνες και σκακιστές, διαπίστωσα ότι όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι σκακιστές, όμως όλοι οι σκακιστές είναι καλλιτέχνες” Marcel Duchamp, 1952.

Ο Σκακιστικός Όμιλος ΣΑΧ Θεσσαλονίκης διοργανώνει διαγωνισμό ζωγραφικής και λογοτεχνικού κειμένου, με τίτλο «Το σκάκι μέσα από τα μάτια των παιδιών». Μια ζωγραφιά με θέμα το σκάκι ή ένα λογοτεχνικό κείμενο (διήγημα, ποίημα ή έκθεση) από την επαφή των παιδιών με τον κόσμο του σκακιού. Στόχος, πέρα από την ενθάρρυνση της πνευματικής και πολιτιστικής καλλιέργειας των μικρών σκακιστών, είναι η σύνδεση του σκακιού με τη τέχνη, η αποκόλλησή του από το ανταγωνιστικό περιβάλλον και η σύνδεσή του με την ευγενική άμιλλα. Στο διαγωνισμό μπορούν να συμμετέχουν παιδιά απ’ όλη την Ελλάδα που παίζουν ή αγαπούν το σκάκι. Σε όλα τα παιδιά που θα συμμετάσχουν θα δοθεί αναμνηστικό δίπλωμα καλλιτέχνη.

Προς τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς (από τους διοργανωτές)

Τα κείμενα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τις 700 λέξεις και θα έχουν υποχρεωτικά τίτλο. Θα ήταν πολύ όμορφο αν ήταν πρωτότυπα και όχι απαλλαγμένα από τυχόν γλωσσικά λάθη. Χαιρόμαστε να διαβάζουμε κείμενα καλογραμμένα, αλλά περισσότερο ικανοποιούμαστε με κείμενα που μεταφέρουν με αυθεντικό τρόπο τις σκέψεις και το λόγο των παιδιών. Επιμένουμε λοιπόν στο ότι δε θέλουμε κείμενα τα οποία έχουν επεξεργαστεί τρίτα πρόσωπα. Θέλουμε κείμενα από τα ίδια τα παιδιά. Ένας εκπαιδευτικός ή γονέας μπορεί να παρακινήσει τα παιδιά να πάρουν μέρος στο διαγωνισμό, όχι όμως να επιμεληθεί τα κείμενά τους. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις ζωγραφιές.

Τα κείμενα μπορούν να αποσταλούν ταχυδρομικά (όχι κούριερ) έως 30 Απριλίου στη διεύθυνση: Σ.Ο. ΣΑΧ, Χαλκιδικής 77, 54248 Θεσσαλονίκη ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση: skakistes@gmail.com, για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνήσετε με το τηλέφωνο 2310866410. Απαραίτητα στοιχεία σε κάθε έργο: Ονοματεπώνυμο, όνομα συλλόγου, τάξη σχολείου, διεύθυνση και τηλέφωνο.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Jami: Ένας μεγάλος Πέρσης ποιητής


Μινιατούρα από το βιβλίο Haft Awrang (Οι εφτά θρόνοι), γραμμένο κάπου ανάμεσα στο 1468 και στο 1485, και που θεωρείται το σημαντικότερο έργο του Πέρση ποιητή Nur ad-Din Abd ar-Rahman Jami, γνωστού απλά ως Jami (1414-1492).


Εικονογράφηση από το ποίημα Ο κήπος με τριανταφυλλιές των ευσεβών

Ο Jami γεννήθηκε στο Χορασάν, περιοχή του σημερινού Αφγανιστάν, όμως όταν ήταν σε μικρή ηλικία η οικογένειά του έφυγε για το Χεράτ, σημαντικό πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Εκεί ο Jami είχε την ευκαιρία να πάρει μια πολύ μεγάλη μόρφωση, σπουδάζοντας στο Πανεπιστήμιο της πόλης ελληνική και ισλαμική φιλοσοφία, αραβική λογοτεχνία, φυσικές επιστήμες και μαθηματικά. Λίγο αργότερα έφυγε για το Σαμαρκάντ, πόλη του σημερινού Ουζμπεκιστάν, το σπουδαιότερο κέντρο ισλαμικών σπουδών της εποχής του, κι εκεί ολοκλήρωσε τον εντυπωσιακό κύκλο σπουδών του.
Ο Jami δίδαξε τη φιλοσοφία Σούφι και έγραψε περισσότερα από 80 βιβλία, σε πρόζα ή ποίηση, πάνω σε θέματα θρησκευτικά ή λαϊκά, κι ακόμα έγραψε ιστορικά κι επιστημονικά έργα.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Χαθίντο Μπεναβέντε



Ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς θεατρικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα ήταν ο Χαθίντο Μπεναβέντε (Jacinto Benavente, 1866-1954), που πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1922. Η τεράστια θεατρική παραγωγή του (πάνω από 100 έργα) αναγνωρίζεται από το σύνολο σχεδόν των κριτικών ότι συνέβαλε στην ανανέωση του ισπανικού αστικού θεάτρου, στο οποίο έδωσε έναν καινούριο ευρωπαϊκό αέρα. Η ποικιλία και η τελειότητα των σκηνικών του αναζητήσεων, η ευφυής κοινωνική του σάτιρα και η ζωντάνια των διαλόγων του είναι από τα πιο χαρακτηριστικά του προτερήματα.
Το γνωστότερο έργο του είναι η ηθογραφία Τα δημιουργημένα συμφέροντα (Los intereses creados, 1909).


Ο Μπεναβέντε από τότε που τον γνώρισα - τίτλος του βιβλίου του Santiago Córdoba

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Άγγελος Τερζάκης


Ο Άγγελος Τερζάκης (1907-1979) γεννήθηκε στο Ναύπλιο, εγκαταστάθηκε όμως πολύ γρήγορα με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο και στη συνέχεια σπούδασε νομικά. Ξεκίνησε τη δικηγορία το 1929, όμως αυτή δεν τον κέρδισε ποτέ γιατί στο μεταξύ τον είχε κερδίσει η πραγματικά μεγαλύτερή του αγάπη, η λογοτεχνία, στην οποία και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά από το 1931.
Το πρώτο μεγάλο έργο του Άγγελου Τερζάκη ήρθε το 1936 και ήταν το θεατρικό ιστορικό δράμα Αυτοκράτωρ Μιχαήλ, έργο που του χάρισε τη μεγάλη αναγνώριση στο θεατρικό χώρο. Από το 1937 ως το 1969 πέρασε από διάφορες θέσεις του Εθνικού Θεάτρου, με αποκορύφωμα τις θέσεις του γενικού διευθυντή και του διευθυντή δραματολογίου. Για είκοσι μάλιστα χρόνια δίδαξε ιστορία θεάτρου και δραματολογίας στη Δραματική Σχολή.

Ο Τερζάκης υπήρξε ο κατεξοχήν συγγραφέας της εποχής του Μεσοπολέμου, κι εξέφρασε με το έργο του το κλίμα αποπροσανατολισμού και βίας που υπήρξε εκείνη την εποχή. Ο μέσος άνθρωπος βασανίζεται μέσα σε δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, χωρίς ελπίδα να ξεφύγει, χωρίς ένα όραμα να δίνει νόημα στη ζωή του. Ο ήρωας του Τερζάκη, αντιήρωας μάλλον, είναι παγιδευμένος σε έναν ντετερμινισμό που μοιάζει με τον κόσμο του Ντοστογιέφσκι και των μεγάλων Σκανδιναβών κλασικών, από το έργο των οποίων ο Τερζάκης επηρεάστηκε πολύ.
Σημαντικά έργα του υπήρξαν τα μυθιστορήματα Η μενεξεδένια πολιτεία (1937), Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ (1945), Ταξίδι με τον Έσπερο (1946), τα διηγήματα Φθινοπωρινή συμφωνία (1929), Του έρωτα και του θανάτου (1943), Η στοργή (1944), τα θεατρικά έργα Γαμήλιο εμβατήριο (1938), Το μεγάλο παιχνίδι (1944), Νύχτα στη Μεσόγειο (1957), Η κυρία με τ' άσπρα γάντια (1962). Έγραψε επίσης πολλά δοκίμια και μεταφράσεις, αφήνοντας ένα τεράστιο σε όγκο έργο, ενώ πολλά από τα έργα του μεταφράστηκαν σε αρκετές γλώσσες.

Το παρακάτω διήγημά του είναι από την Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας και έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου Κείμενα μαζί, που είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια για ψηφιοποίηση κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά, κι όμως δεν έτυχε ποτέ να γνωριστούνε. Κάπου δεκαπέντε χρόνια θα κάθονταν κι οι δυο τους στον ίδιο τούτο δρόμο, ο Βριλάκος στη μεσημβρινή πλευρά, ο Μπερεκίδης στη βορινή. Κάθε πρωί, τον καλόν καιρό σαν άνοιγε ο Βριλάκος το παράθυρό του, σκούρα και τζαμιλίκια, για να πάρει τις βαθιές ανάσες που του είχε συστήσει ο γιατρός, θα ‘βλεπε τον Μπερεκίδη με τα μανικοπουκάμισα να πηγαινοέρχεται στην κάμαρά του και σύγκαιρα να ρίχνει κλεφτές, πονηρές ματιές αντίκρυ. Μό­λις ένιωθε πως τον κοίταζε ο Βριλάκος, λόξευε, κρυβόταν πίσω απ’ τη χον­τρή στόφα της βυσσινιάς κουρτίνας, κι από κει, ασάλευτος με το ρουφηγμένο μούτρο του ισκιωμένο, παραμόνευε.

Παράξενος άνθρωπος μα την αλήθεια, τούτος ο Μπερεκίδης. Όλη η γει­τονιά το λέει. Και να πεις πως ήταν κανένας τυχαίος! Συνταξιούχος τραπεζιτικός, δίχως παιδιά, δίχως σκυλιά, δυο ξερά κορμιά με τη γυναίκα του, που κι αυτή του ’φερε στον καιρό της υπολογίσιμη προίκα, κάπου εκατό χιλιάδες γερές δραχμές, τα μισά σε μετοχές, ένα λιοστάσι στην πατρίδα της, κάμποσα χρυσαφικά που τα ’κλαιγαν ακόμη χήρες και γεροντοκόρες, σακουλιασμένα σπυρί σπυρί από το μακαρίτη τον πατέρα της, το χτηματία και τοκογλύφο. Αυτά πια, ήταν πράματα γνωστά, περιττό να τα ξαναλέμε. Έλα όμως που ο Μπερεκίδης ζούσε κλειστή ζωή! Διαβολεμένα, ενο­χλητικά κλειστή ζωή! Κι η γυναίκα του, ένα ξερακιανό εκεί, κιτρινιάρικο πλάσμα, με μύτη σουβλερή σαν καρφί στραβωμένο πάνω σε παλούκι, σπάνια δρασκέλιζε το κατώφλι της πόρτας. Και τότε πάλι, θα την έβλεπες να ξεμακραίνει γοργά στο πεζοδρόμιο, με το κουρδισμένο, αυτοματικό βάδισμά της, δίχως να ρίχνει μια ματιά δεξιά ή ζερβά. Δε χαιρετούσε κανένα, δεν έβλεπε κανένα. Ήταν πολύ πολύ ακατάδεχτη.

Όλ’ αυτά ο Βριλάκος, άνθρωπος κοινωνικός κι ανοιχτομάτης, τα συλλο­γιζότανε δίχως να το θέλει, τα πρωινά που άνοιγε το παράθυρό του. Αθέ­λητα εκεί που έπαιρνε τις τρεις βαθιές του ανάσες, σύγκρινε τον εαυτό του με τον αντικρινό, το μαγκούφη, κι έμενε —αληθινά— πολύ ικανοποιημέ­νος. Συγχαιρότανε τη μοίρα του που τον έπλασε έτσι διαφορετικό. Γιατί, αυτουνού, μ’ όλα τα πενηνταοχτώ του χρόνια, τα μάγουλά του ανθίζανε ρο­δαλά σαν του μωρού παιδιού, η ραχοκοκαλιά του έμενε στητή, ντούρα, και τα κέφια του μπορούσανε να συναγωνιστούν άφοβα τις παλαβομάρες του μικρού του γιου, του φοιτητή της χημείας. Αγαπούσε το καλό φαΐ, το δια­λεχτό κρασί, ο Βριλάκος δεν έλεγε όχι, ακόμα και τώρα, για τις νόστιμες, τις πεταχτές γυναικούλες. Η δικιά του, το τελευταίο τούτο το είχε κρυφό μαράζι, όμως, εκείνος, συχνά το ’νιωθε πως, βαθιά της, τον καμαρώνει σαν τ’ άλογο το ατίθασο, που δεν παίρνει χαλινάρι. Τον αγαπούσε ερωτικά, ακόμα και τώρα τον άντρα της με τη βασανισμένη την προσήλωση του θη­λυκού που δεν νιώθει ποτέ σίγουρο τ’ αρσενικό του.

Κάτι προδοτικές απόπειρες της ηλικίας να του συκοφαντήσουμε τώρα τώρα την κορμοστασιά, ο Βριλάκος τις πολεμούσε με φανατισμό, στη ρίζα. Κάθε πρωί προτού ξεκινήσει για το ασφαλιστικό του γραφείο θ’ άνοιγε το παράθυρο του, θα ’παιρνε τις τρεις βαθιές του ανάσες με «τας χείρας επί τα ισχία», θα ‘κανε μερικές κάμψεις, δυο τρεις κλίσεις, ύστερα, σιγοτραγου­δώντας, καλόκεφα, θα βουτιότανε στο μπάνιο του. Γεμάτος φροντίδα ωστόσο μετρούσε προτού ντυθεί, την κοιλιά του, ένα γύρω την περιφέρεια, μ’ ένα μέτρο κορδέλα του ράφτη. Σημείωνε τους πόντους στην ατζέντα του, προ­σεχτικά. Τα πράματα πηγαίνανε —δόξα να ’χει ο θεός— πρίμα, βοηθώντας τώρα τελευταία και η κάποια πολεμική εγκράτεια σε λιπαρά. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού», έλεγε στη γυναίκα του συχνά. Υπονοώντας τους αναγκαστικούς περιορισμούς που είχε επιβάλει η κατοχή στο διαιτολόγιο της οικογένειας.

Και να που η Κατοχή —«ουδέν κακόν αμιγές καλού»— το ’φερε να λυθεί ο πάγος ανάμεσα στους Μπερεκίδηδες και στους Βριλάκους. Μια μέρα εκούσιου περιορισμού μέσα στα σπίτια, που το ντουφεκίδι μάνιαζε κάτω στα κέν­τρα, η κυρία Βριλάκου βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, αληθινά. Ο άντρας της γύρευε επίμονα καφέ, να τονώσει την καρδιά του, που απασχολούσε, ύστερα από την κοιλιά, τον κύριο όγκο των φροντίδων του. Κι η κυρία Βριλάκου θα ’δινε τη ζωή της την ίδια για να τον ευχαριστήσει. Με κάτι τέ­τοιες άλλωστε μικροφροντίδες τον κρατούσε κοντά της. Όμως ο καφές δεν ήταν αλεσμένος, ο μύλος είχε χαλάσει από το σιτάρι που κόβανε δυο χρόνια τώρα πληγούρι για τις υπηρέτριες. Έπρεπε να δανειστούν ένα μύλο, όμως από πού; Τα σπίτια γύρω, ήταν αδιάκριτα, φλύαρα, Αν παράγγελνε η κυ­ρία Βριλάκου, πως θέλει το μύλο για να κόψει στάρι —συνηθισμένη στη γει­τονιά πρόφαση— δε θα της τον δάνειζαν, από φόβο μήπως τους τον χαλάσει. Να πει πάλι πως τον θέλει να κόψει καφέ; Θα βούιζε η γειτονιά με το σκάνταλο. «Οι μουσίτσες αυτές, συλλογιζότανε πεισματωμένη η κυρία Βριλάκου, το δικό τους τον καφέ τον έχουν αλεσμένο. Όμως έλα που δεν μπορώ κι εγώ ν’ αρνηθώ τη χάρη στον άντρα μου! Είναι φανερό πως ανησυχεί γι’ αυτό το βρωμόπαιδο το μικρό μας, που δε γύρισε ακόμα σπίτι, με τέτοιο κακό που γίνεται κει κάτω».

Τότε είναι που της ήρθε η φαεινή ιδέα, έμπνευση πραγματική: «Από την αντικρινή, την Μπερεκίδη, θα στείλω να τον ζητήσω!», είπε ξάφνου μέσα της. «Αυτή δεν έχει σχέση με τις άλλες εδώ γύρω. Επομένως, κου­βέντα δεν πρόκειται να γίνει. Η ίδια πάλι, ας υποθέσει ό,τι θέλει. Λίγο με νοιάζει. Σίγουρα που θα ’χει κι αυτή κομμένο καφέ...».

Κι έστειλε και τον ζήτησε. Κι η Μπερεκίδη τον έδωσε πρόθυμα το μύλο της, δίχως να κάνει καμιάν απολύτως αδιάκριτη ερώτηση στη δούλα. —Πάν­τα μου το ’λεγα, δήλωσε κατενθουσιασμένη, ύστερ’ απ’ αυτό, η κυρία Βριλάκου στον άντρα της, πως οι αντικρινοί είναι καθώς πρέπει άνθρωποι. Οι καλύτεροι της συνοικίας...

— Να σου πω την αλήθεια, κι εγώ είχα μια τέτοια υποψία, βεβαίωσε αδίσταχτα ο Βριλάκος. Είναι γεγονός ότι τους έχουν συκοφαντήσει τούς αν­θρώπους. Κατά βάθος εγώ, πίστευα πάντα πως είναι αριστοκράτες,

Την άλλη μέρα το πρωί ανοίγοντας το παράθυρό του για τις τρεις ανά­σες, ο Βριλάκος χαμογέλασε χαιρετιστήρια στον Μπερεκίδη. Κι ο Μπερεκίδης απάντησε με το γλυκύτερο του χαμόγελο, εγκάρδια μαζί και τυπικά.

Έτσι είναι που λύθηκε ο πάγος. Από τη μέρα κείνη, ταχτικά κάθε πρωί, οι δυο άνδρες αντάλλαζαν τα χαμογελά τους, χαιρετιόνταν με κλίση ελαφρά του κεφαλιού, κοντοστέκονταν κάποτε, σα να ήθελαν να πουν ο κα­θένας στον άλλο λίγες λέξεις. Η κυρία Βριλάκου το λογάριαζε στα σοβαρά τώρα, σα μικρότερη που ήταν, ν' αποπειραθεί μιαν επίσκεψη στην κυρία Μπερεκίδη. Άρχιζε κι όλας να θαμποβλέπει στο μέλλον ένα διακεκριμένο, πολύ εκλεκτό σύνδεσμο με τους αντικρινούς, μια φιλία που θα ξεχώριζε στη συνοικία και θα ‘κανε τους άλλους, τους αποκλεισμένους από τέτοιαν αυστη­ρή συναναστροφή να λυσσάνε από φθόνο.

Η γενική κατάσταση άλλωστε βοηθούσε. Τα πράματα όσο πήγαιναν και χειροτέρευαν. Κλείσιμο νωρίς στα σπίτια, μπλόκα, ταραχές. Οι κρυφές δυ­νάμεις της αντίστασης δεν έλεγαν να καθίσουν φρόνιμα, όλο και συδαύλιζαν τη θράκα, δημιουργούσαν αδιάκοπα μπελάδες στους φιλήσυχους.

— Απελπισία, δήλωσε ένα πρωί από το παράθυρό του ο Βριλάκος στο Μπερεκίδη υστέρα από τις ανάσες, την κλίση της κεφαλής και το χαμό­γελο. Κι αυτές ήταν οι πρώτες, οι αξιομνημόνευτες λέξεις, που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι δύο άνδρες. — Θα ‘ρθει μια μέρα, προβλέπω, που δεν θα κοτάμε πια να ξεμυτίσουμε.

— Φρίκη! Συμφώνησε υποχρεωτικότατα κι ο Μπερεκίδης.

— Δεν κάθονται στ’ αυγά τους, λέω εγώ! Παρατήρησε αγαναχτισμένος ο Βριλάκος.

Την άλλη μέρα το μεσημέρι, θέλησε η μοίρα να συναντηθούν οι δυο τους στο δρόμο, μπροστά στις πόρτες τους. Ζύγωσαν ο ένας τον άλλον εντελώς αυθόρμητα, κρατώντας την πετούγια του καθένας στο χέρι, και τα είπαν πρόχειρα στο πόδι.

— Πώς να περάσουν οι ατέλειωτες αυτές απογευματινές ώρες, σας παρα­καλώ; Αναστέναξε ο Μπερεκίδης πολύ δυστυχισμένος. Γιατί εγώ, να σας πω την αλήθεια μου, δεν βγαίνω πια καθόλου τ’ απογεύματα.

— Ούτε κι εγώ!

—Αλήθεια, μήπως κατά τύχη παίζετε σκάκι;

— Και βέβαια που παίζω!

— Δόξα να ’χει ο θεός! Εμένα είναι το πάθος μου, ξέρετε. Μόνο που δεν βρίσκω εύκολα συμπαίχτη. Τι θα λέγατε αν δοκιμάζαμε κάπου κάπου, μερικές «ρανκόντρ».

— Δε ζητώ τίποτα καλύτερο.

— Λαμπρά! Αμ’ έπος λοιπόν, αμ’ έργον. Δώσανε τα χέρια εγκάρδια, κι ο Βριλάκος δήλωσε πως θα ’ρθει το ίδιο απόγεμα, ν’ αρχίσουν.

Η θεά του φθόνου, που επιβουλεύεται πάντα την ευτυχία των διαλεχτών, θέλησε το ιστορικό εκείνο απόγεμα ν’ αδιαθετήσει ο Μπερεκίδης. Κάποιο μικροκρυολόγημα είχε πάθει —παράγγειλε η κυρία— λίγο πυρετό, έπρεπε να μείνει στο κρεβάτι. Παρακαλούσε πολύ ν’ αναβληθεί το σκάκι.

Ν’ αναβληθεί. Τι να γίνει; Όμως, για να μιλήσει κανένας με κάθε ειλι­κρίνεια, αυτό δεν του άρεσε και πολύ του Βριλάκου. Ένα μικροκρυολόγημα, κρεβάτωμα, μερικά δέκατα, σύμφωνοι. Αλλά κατά τί αυτό εμπόδιζε μια παρτίδα σκάκι; Σάμπως δεν μπορούσε ο Μπερεκίδης, να παίξει κι από το κρεβάτι του;... Ή μήπως συνέβαινε κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο βαθύ και ύποπτο; Μήπως δηλαδή, είχε μετανιώσει για την πρόσκληση που έκανε, σε μια στιγμή ενθουσιασμού;...

—Οπωσδήποτε εγώ θα περιμένω, δήλωσε στη γυναίκα του ο Βριλάκος. Τώρα είναι η σειρά του να ’ρθει. Αν δεν το κάνει, εγώ θα κρατήσω την αξιοπρέπειά μου, δεν θα τον προσκαλέσω. Με ξέρεις. Δεν είμαι από κείνους που το ρίχνουν εγώ.

Το είπε και το κράτησε. Δυο μέρες, τις κατοπινές, δε φάνηκε στο παρά­θυρό του ο Μπερεκίδης. Κάθε που ο Βριλάκος άνοιγε το δικό του πρωί πρωί, έριχνε μερικές ματιές αντίκρυ, φευγαλέες, έπαιρνε τις ανάσες του και τραβιόταν αμέσως πάλι, για να μην υποτεθεί ότι περιμένει εκεί σα λιμασμένος για παρέα. Την τρίτη μέρα, που ξαναφάνηκε ο Μπερεκίδης, τα πράματα πήρανε τη συνηθισμένη τροπή τους, την τυπική... χαμόγελο, κλίση της κεφαλής, ευχές για την υγεία. Τίποτ’ άλλο. η συνάντηση στάθηκε άμεμπτη αλλά κάπως αδιόρατα ψυχρή.

Κι η κατάσταση όλο και ζόριζε, ζόριζε, ξεκινούσες πρωί από το σπίτι σου και δεν ήσουνα καθόλου σίγουρος αν θα γυρίσεις το μεσημέρι. Ο Βρι­λάκος άρχιζε να προβλέπει την εποχή που, όχι μόνο τ’ απογέματα, μα και τα πρωινά θα ήταν φρόνιμο να μένεις κλεισμένος στο σπίτι. Για τέτοιες στιγμές, τί καλύτερο από μια διαλεχτή συντροφιά πρόχειρη, εκεί δυο βή­ματα από την πόρτα σου! Μονάχα το δρόμο θα είχες να διασχίσεις από το ένα πεζοδρόμιο στ' άλλο. Κι ο δρόμος τούτος ήταν ήσυχος, μάλλον απόκεν­τρος, ούτε διαδηλώσεις περνούσαν από δω, ούτε περίπολοι καν στις απαγο­ρευμένες ώρες. Ας ήταν αυτός ο Μπερεκίδης μια στάλα αλλιώτικος άν­θρωπος, όχι τόσο μονόχνωτος, όχι τόσο κλειστός! Γιατί άραγε, ας πούμε, να μην ξεκινήσει να ’ρθει για το σκάκι; Μήπως αυτός δεν ήτανε που το ματαίωσε; Άρα, το χρωστούσε. Εξόν πια αν η δειλία του έφτανε σε τέτοιο σημείο που να διστάζει, να φοβάται μήπως εκτεθεί. Μήπως θα ’πρεπε να τον ενθαρρύνει λιγάκι ο Βριλάκος;

Και τον ενεθάρρυνε γενναιόφρονα, όσο πιο πολύ μπορούσε, βγήκε στο παράθυρο του και του χαμογέλασε πολύ εγκάρδια, του έκανε φιλικό νόημα με το χέρι. Έφτασε ίσαμ’ εκεί! Να του κάνει φιλικό νόημα με το χέρι.

Τρεις φορές στη σειρά, ολοφάνερα, έδειξε ο Μπερεκίδης πως έχει κάτι να πει. Όμως δεν το είπε—πανάθεμά τον!— δεν το είπε. Και τα τζαμιλίκια σφαλίστηκαν πάλι στο κενό, βουβά.

—Έχω την εντύπωση, είπε ένα πρωί στη γυναίκα του ο Μπερεκίδης, πως αυτός ο αντικρινός μας είναι άνθρωπος υπερβολικά στενοκέφαλος. Τον κάλεσα μια μέρα να ’ρθει για σκάκι, αρρώστησα, κι αυτός θεωρεί, φαίνε­ται, τον εαυτό του προσβλημένο. Περιμένει τώρα να τον παρακαλέσω, να δείξω πως έχω ξελιγωθεί για την παρέα του! Αμ’ δε! Τέτοια χάρη δε θα του την κάνω. Ας με καλέσει τώρα κι αυτός.

Και δεν του έκανε τη χάρη, μ’ όλο που κι αυτός καιγότανε για μια παρ­τίδα σκάκι. Μέρες, βδομάδες, άνοιγε το πρωί το παράθυρο του, χαιρετιότανε με το Βριλάκο, απόμενε λίγα λεφτά να τον κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. Μα δεν έλεγε λέξη. Λέξη. Κι ο άλλος το ίδιο. Τίποτα.

Κάπου ένα μήνα αργότερα, κάποιο πρωί, ο Βριλάκος ανοίγοντας το πα­ράθυρο του, έκανε το στραβό, δε χαιρέτησε το Μπερεκίδη. Η υπομονή και η υποχωρητικότητα —είχε πει στη γυναίκα του—έχουν τα όριά τους. Αν έχει ο Μπερεκίδης μια φορά αξιοπρέπεια, εγώ έχω δέκα, είκοσι φορές! Κι εννοώ να την περιφρουρήσω.

Ο χαιρετισμός κόπηκε αμέσως, φυσικά, κι από μέρους του Μπερεκίδη με το μαχαίρι. Για δυο τρεις ημέρες έκαναν κι οι δυο τους το στραβό, απόφευ­γαν. Ώσπου, υστέρα από δεκαπέντε μέρες, ο ένας τους έριξε, απερίφραστα τώρα, μια ματιά εχθρική στον άλλον. Ο δεύτερος, δίχως να σαστίσει, απάν­τησε μ’ ανάλογη ματιά. Και σ’ επίμετρο, για να διατρανώσει καλύτερα την υπεροχή της αξιοπρέπειάς του, έκλεισε το παράθυρο με βρόντο,

Δεν έχει εξακριβωθεί ποιος από τους δυο πρώτος έκλεισε έτσι το παρά­θυρο, στα μούτρα του αλλουνού. Φυσικά, αν δεν ήταν ο Βριλάκος, θα ήταν ο Μπερεκίδης. Ο καθένας τους μια φορά, ισχυριζότανε ύστερα, μ’ επιμονή και υπερηφάνεια, πως αυτός το είχε κάνει.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Μιχαήλ Στασινόπουλος


Ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά τη Μεταπολίτευση Μιχαήλ Στασινόπουλος (1903-2002) ήταν μεγάλος φίλος του σκακιού. Η πορεία του στο ελληνικό δημόσιο γίγνεσθαι ήταν μακρά και γόνιμη. Υπήρξε καθηγητής της Παντείου Σχολής από το 1943, Πρύτανης της ίδιας σχολής από το 1951 ως το 1958, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1968 και Πρόεδρός της το 1978, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας από το 1966 ως το 1969, οπότε απομακρύνθηκε από τη θέση του επειδή εξέδωσε απορριπτική απόφαση για τη νομιμότητα του δικτατορικού καθεστώτος των συνταγματαρχών, και, τέλος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1974 ως το 1975.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε νεότατος (το 1920, στο λογοτεχνικό περιοδικό "Μούσα") κι από τότε ανέπτυξε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του πλούσια συγγραφική δραστηριότητα, δημοσιεύοντας επιστημονικά συγγράμματα, λογοτεχνικά έργα και μεταφράσεις Γάλλων ποιητών και πεζογράφων.


Αναδημοσιεύουμε το παρακάτω ποίημά του από την ιστοσελίδα Ζατρίκιον:

Το άλογο του σκακιού
Προσεχτικό κι ασάλευτο, βουβό κι αφαιρεμένο,
στο μαύρο ή στ΄άσπρο, υπάκουο πηδά άξαφνα και στέκει.
Στο μαύρο ή στ' άσπρο, ασάλευτο, βαθιά συλλογισμένο,
το σκυθρωπό κι αμίλητο παιγνίδι λογαριάζει.

Μια κίνηση, δυο κίνησες, μια σκέψη κι άλλη σκέψη.
Τριγύρω οι ξύλινοί του εχθροί κ' οι επίβουλοι σκοποί τους.
Τι να σκεφθεί, να σοφιστεί και τι να λογαριάσει;
Μες στα στενά τετράγωνα εσώθηκεν η σκέψη

κ έγινε πια μονότονη και γνώριμη η ζωή του!
Μια κίνηση, δυο κίνησες, μια σκέψη - η ίδια σκέψη!
Το σιωπηλό παιγνίδι του μετρά και λογαριάζει,

μα όμως το ξέρει πως γραφτό σ' όλη είναι τη ζωή του
να ορμά μέσα στους ξύλινους εχθρούς του και να πέφτει
στο μαύρο ή στ' άσπρο, ηρωικά, κοντά στο βασιλιά του.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

"ΤΟ ΣΚΑΚΙ"-Ποίημα του Μπόρχες

Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός, φρενιασμένη
βασίλισσα, πύργος ευθύς, πολυμήχανος στρατιώτης
απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.

Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
του παίχτη τους ρυθμίζει τη μοίρα,
δεν ξέρουν πως μια τρομαχτική νομοτέλεια
ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.

Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
(η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες.

Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Σημείο θραύσης

Μέσα στο ήσυχο σκοτάδι ο Χόσκινς κινήθηκε.
«Ματ», είπε.
Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και διέσχισε την καμπίνα. Προσπέρασε αυτά που ήταν στο τραπέζι, άνοιξε ένα συρτάρι κάτω απ’ το ντουλάπι κι έβγαλε μια ατσάλινη μετροταινία. Από ένα ράφι με βιβλία έπιασε ένα βαρύ τόμο. Κάθησε στην άκρη του καναπέ με το βιβλίο στα γόνατα και το φυλλομέτρησε, ανοίγοντάς το τελικά σε μια σελίδα με φυσικές μετρήσεις. Κοίταξε το πάτωμα, τη μαύρη κουρτίνα, πίσω το μοναδικό τοίχο που είχε απομείνει. Μουρμούρισε, άφησε το βιβλίο, και κουβάλησε το μέτρο του ως τον ατσάλινο τοίχο. Εκεί στερέωσε τη μια άκρη ελευθερώνοντας τον παραμαγνητικό έλεγχο της ταινίας και το τράβηξε στο δωμάτιο. Μέχρι το σκοτάδι διάβασε το μέτρο, σημείωσε.
.......................................................
Αυτό που κάνανε οι άνθρωποι ετούτου του πλανήτη είναι κατά βάση απλό και ίσιο. Έπρεπε να ξέρουν αν η φυλή που έφτιαξε το σκάφος το κατάφερε επειδή ήταν εντάξει ψυχολογικά, και επομένως ικανή να σκεφτεί λογικά όλη τη διαδικασία της κατασκευής του (ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα), ή αν είχε μονάχα μηχανικές ιδιότητες. Μας δοκιμάσανε λοιπόν για να το δούνε. Μας δοκίμασαν όπως δοκιμάζουμε το ατσάλι –για να βρούμε το σημείο θραύσης. Κι όσο αυτοί παίζανε το παιχνίδι τους για την ισορροπία μας, εγώ έπαιζα ένα παιχνίδι για τις ζωές μας. Δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανέναν από σας, γιατί ήταν ένα παιχνίδι που μόνο εγώ, απ’ όλους εμάς, ήξερα καλά. Ο Παρέζι είχε δίκιο ως ένα σημείο όταν έλεγε πως είχα κάνει τη φυγή μου μέσα στην αφαίρεση –την αφαίρεση του σκακιού. Το λάθος του ήταν πως είχα σπρωχτεί να το κάνω. Μπορείτε να είσαστε απόλυτα βέβαιοι πως το έκανα επειδή το διάλεξα. Το ζήτημα ήταν να μεταφράσω τις ενδείξεις σ’ ένα αντίστοιχο σύστημα ιδεών.
.......................................................
Με δυο λόγια: τους νίκησα στο σκάκι, όπου ήξερα τους κανόνες και κείνοι τους σέβονταν, κι έτσι κατάφερα να κρατήσω αυτό που λέγεται ισοροπία. Όταν εσείς αναστατωθήκατε επειδή εξαφανίστηκε η θυρίδα, εγώ δεν αισθάνθηκα τίποτα γιατί η εξαφάνιση δεν ήταν σκάκι.
........................................................
Όταν τέλειωσαν ολόκληρο το οπλοστάσιο των ψευδαισθήσεων, δε μ’ είχαν σπάσει ακόμα.


(Απόσπασμα από το διήγημα του James Gunn, Σημείο θραύσης, μετ. Τζένη Μαστοράκη. Τίτλος πρωτοτύπου: Breaking point)